Χρονολόγιο

Ένα διαδραστικό χρονολόγιο για την πόλη-λιμάνι που ξεκίνησε να κτίζεται στις αρχές του 19ου αιώνα επάνω σε έρημα αρχαία ερείπια, ωρίμασε, έφτασε στην ακμή της, παρήκμασε οδεύοντας προς το τέλος του 20ού αιώνα και επιζητά την αναγέννηση του στις αρχές του 21ου αιώνα.

Στόχος του χρονολογίου είναι να προβληθεί η ιστορία της αρχιτεκτονικής του Πειραιά μέσα από σημαντικά γεγονότα της ιστορίας της πόλης, τα οποία σχετίζονται με τα εμβληματικά κτίρια της.

 

Αρχαιότητα
Μακρά Τείχη, 462-458 π.Χ.

Πλάνο των Αθηνών και του Πειραιά με τα μακρά τείχη. Πηγή: Πειραιας με το βλεμμα των περιηγητών, κείμενα Γιώργος Ανωμερίτης, Μίρκα Παλιούρα, εκδόσεις Μίλητος, Αθήνα 2014, σελ. 67

Τα Μακρά Τείχη αποτελούσαν την αμυντική οχύρωση της πόλης των Αθηνών και κτίστηκαν μεταξύ 462 π.Χ.-458 π.Χ. Αποτελούνταν από δύο παράλληλα τείχη, το «Βόρειο», (ή «Έξωθεν») και το «Μέσον» Τείχος (ή «Φαληρικό») μήκους 40 σταδίων (7 χλμ.). Εκτός όμως των δύο παράλληλων αυτών τειχών υπήρχε και τρίτο, το «Νότιο», που από την Αθήνα κατέληγε στο δευτερεύον λιμάνι του Φαλήρου, στο σημερινό Παλαιό Φάληρο. Τα Μακρά Τείχη γκρεμίστηκαν μετά την ήττα των Αθηναίων στον Πελοποννησιακό Πόλεμο και ανοικοδομήθηκαν από τον Κόνωνα, το 394 π.Χ.

 

Νεώσοικοι της Ζέας, 4ος αι. π.Χ.

Χάρτης του αρχαίου Πειραιά, οπου διακρίνονται οι Νεώσοικοι. Πηγή: Γεώργιος Ανωμερίτης, ‘Αγιος Νικόλαος Πειραιά, Η εκκλησία της Ναυτιλίας και των ναυτικών, Μίλητος, Αθήνα 2012, σελ. 135

Ο Πειραιάς λειτουργούσε ως ναυτική βάση της Αθήνας, και οι νεώσοικοι βρίσκονταν στα λιμάνια της Μουνιχίας (Μικρολίμανου) και της Ζέας, καθώς κτίζονταν για να στεγάσουν τους στρατιωτικούς στόλους, όταν δεν ήταν σε πόλεμο. Ήταν μακρόστενα κτίρια με άνοιγμα προς τη θάλασσα με επικλινές έδαφος με κλίση προς το νερό, ώστε τα πλοία να τραβιούνται εύκολα στη στεριά. Στη Ζέα οι νεώσοικοι ήταν μοιρασμένοι κατά μήκος της ακτής του λιμανιού, σε δύο ομάδες ανατολικά και δυτικά. Οι υποδομές και η κατασκευή των αρχαίων νεωσοίκων μας παρέχουν σημαντικές πληροφορίες για την αρχαία τεχνολογία και τη ναυτική αρχιτεκτονική. Σε κάθε νεώσοικο ανέλκονταν μόνο μία τριήρης ή δύο μικρά πλοία κατά μήκος τοποθετημένα. Το όνομα του πλοίου ήταν αυτό που ονομάτιζε και το νεώσοικό του. Σήμερα, υπολείμματα των αρχαίων νεωσοίκων διατηρούνται στη συμβολή των οδών Ακτή Μουτσοπούλου και Σηραγγείου στο Πασαλιμάνι, ενώ διακρίνονται τα ίχνη τους και μέσα στη θάλασσα, δίπλα στην προκυμαία.

Ελληνιστικό Θέατρο Ζέας, 2ος αι. π.Χ.

Αρχαίο Θέατρο Ζέας Πειραιώς. Πηγή: https://piraeusarchwalks.gr/ktiria/arxaio-theatro-zeas/

Το αρχαίο θέατρο της Ζέας βρίσκεται στον εξωτερικό χώρο του Αρχαιολογικού Μουσείου Πειραιά. Το θέατρο διαθέτει την τριμερή χαρακτηριστική οργάνωση ενός ελληνιστικού θεάτρου, δηλαδή κοίλο, ορχήστρα και σκηνικό οικοδόμημα. Το θέατρο κατασκευάστηκε στους Μακεδονικούς χρόνους (αρχές του 3ου αι. π.Χ.) και είχε ως πρότυπό του το μεγάλο Διονυσιακό θέατρο της Αθήνας. Το κοίλον του ήταν εν μέρει θεμελιωμένο στον φυσικό βράχο, ενώ στο ανώτερο τμήμα του, όπου δεν υπήρχε ο φυσικός βράχος, τα εδώλια εδράζονταν σε τεχνητή λίθινη θεμελίωση, η οποία καλυπτόταν με χώμα.

Μεσαίωνας έως 1821
Ο μαρμάρινος λέοντας, 11oς αι. μ.Χ

Το Λιοντάρι του Πειραιά στον ναύσταθμο της Βενετίας. Πηγή: https://en.wikipedia.org/wiki/Piraeus_Lion

Ο μαρμάρινος λέοντας με το υπερφυσικό μέγεθος, με την ανθρώπινη μορφή και την μυστηριώδη ρουνική επιγραφή υψωνόταν στο κέντρο του λιμανιού του Πειραιά. Πρόκειται για γλυπτό άγνωστης καταγωγής, το οποίο έπαιξε ρόλο ώστε ο Πειραιάς να γίνει γνωστός με το τοπωνύμιο Πόρτο Λεόνε για τους ναυτικούς, Ασλάν Λιμάνι  για τους Οθωμανούς και Πόρτο Δράκο για τους ντόπιους. Ο μαρμάρινος λέοντας μεταφέρθηκε το 1688 από την Αθήνα στον ναύσταθμο της Βενετίας στη διάρκεια της γνωστής εκστρατείας του Φρ. Μοροζίνι κατά των Αθηνών. Επειδή όμως το άγαλμα έχει συνδεθεί άρρηκτα με μια μακρά ιστορική περίοδο της πόλης, οι Πειραιώτες δεν έπαψαν να διεκδικούν την επιστροφή του. Αντίγραφο του αγάλματος, που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Γ. Μέγκουλας, τοποθετήθηκε προσωρινά σε καίρια θέση του Κεντρικού Λιμένα.

 

Το τελωνείο και η αποθήκη, 1672 μ.Χ.

Άποψη λιμανιού στον Πειραιά. Στην ακτή διακρίνονται κατοικίες και στα δεξιά ψηλά κτίρια αποθηκών. Πίνακας του Γρηγόριου Σούτζου. Πηγή: Manolis Vlachos, Greek Marine Painting and the European Image of the Sea, Olkos, 1991, Athens, National Gallery

Μία επιστολή του 1672 μας πληροφορεί για την αποθήκη με τα εμπορεύματα και τον τελώνη στο λιμάνι. Η αποθήκη των εμπορευμάτων και το πανδοχείο, το καραβανσεράι, ένας πύργος φωτιάς, ένας οικισμός μακρύτερα από το λιμάνι, το χωριό στο Κερατσίνι και ο ναΐσκος του Αγίου Νικολάου, ήταν τα μοναδικά ίχνη ανθρώπινης παρουσίας από το λιμάνι ως τις δυτικές ακτές του Πειραιά. Ο Chateaubriand στο Itinéraire de Paris à Jérusalem του 1806 αναφέρει ότι στο λιμάνι υπήρχε η μονή του Αγίου Σπυρίδωνος, μία αποθήκη και το τελωνείο. Το τελωνείο, ως ντογάνα, βρισκόταν στη σημερινή πλατεία Καραϊσκάκη, ενώ το 1835 μεταφέρθηκε στον Άγιο Νικόλαο. Την συγκεκριμένη περίοδο στο λιμάνι υπάρχουν μόνο δύο φιγούρες, οι μοναδικοί κάτοικοι της ακτής μαζί με τους μοναχούς της μονής. Ο ένας ήταν ο Joseph Cayrac, έμπορος από τη Μασσαλία, ο οποίος αγόρασε περί το 1750 ένα κτίσμα με αποθήκες και κήπους στο λιμάνι. Ο άλλος ήταν ο Γκασπαρί, ο οποίος έκτισε αποθήκη δίπλα στο κτίσμα του Καϋράκ. Τους συναντάμε στα 1770 και 1786 να υποδέχονται ξένους και να εμπορεύονται μαζί λάδια.

 

19ος αιώνας
Οι παλιές αποθήκες της Ευπλοίας, 1850 μ.Χ.

Οι παλιές αποθήκες: Πηγή: Σ.Κ. Σκοπελίτης, “Νεοκλασικά της Αθήνας και του Πειραιά”, Αθήνα, εκδ. Αίολος 2021, σελ.121

Οι παλιές κεντρικές λιμενικές αποθήκες του τελωνείου Πειραιά, στην αρχή της οδού Ευπλοίας όπισθεν του ιερού ναού Αγίου Νικολάου των Υδραίων, φαίνεται να σχεδιάστηκαν και να οικοδομήθηκαν ύστερα από απόφαση του Υπουργείου Εσωτερικών “περί οικοδομής αποθηκών εις Πειραιά” το 1844. Ο σχεδιασμός του κτιρίου αποδίδεται στον αρχιτέκτονα Σταμάτη Κλεάνθη (1802-1862). Το κτίριο των λιμενικών αποθηκών αναπτυσσόταν σε απλή κάτοψη ορθογωνίου σχήματος με κατασκευή από πωρόλιθο, όμως στις όψεις του διαμορφώνονταν επιμελημένα σειρές τοξοστοιχιών. Θυρώματα, πόρτες και παράθυρα, ανοίγονταν στα πλήρη, ανάμεσα από τις παραστάδες της όψης και στρογγυλοί φεγγίτες κοσμούσαν τις επιφάνειες κάτω από τα τόξα.

Η κεντρική είσοδος επί της οδού Ευπλοίας επιστεφόταν από αετωματική απόληξη, με χαρακτηριστική την επιγραφή “ΑΕΡΓΙΗ ΟΝΕΙΔΟΣ”, που αποδίδεται στον Ησίοδο. Το σύνολο του κτιρίου εμφανίζει μορφολογικά στοιχεία νεοκλασικού ρομαντικού ρυθμού. Κατά τη δεκαετία του 1850, οι λιμενικές αποθήκες βρίσκονταν σε μικρή απόσταση από το κτίριο του Τελωνείου, στο οποίο στεγάζονταν και άλλες υπηρεσίες (Υγειονομείο, Λιμεναρχείο, Λοιμοκαθαρτήριο), σημείο με μεγάλη εμπορική κίνηση.

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 αποφασίστηκε η μερική κατεδάφιση του τμήματος του κτιρίου που βρισκόταν με μέτωπο στην οδό Αγίου Νικολάου και η κατασκευή ενός πολυωρόφου κτιρίου. Το κτίριο των πρώην λιμενικών αποθηκών παραμένει από τότε εγκαταλειμμένο, έχοντας υποστεί πολλές ζημίες από το πέρασμα των χρόνων αλλά και από εξωγενείς παράγοντες, όπως καταληψίες του χώρου, πυρκαγιές, σεισμούς κλπ. Το κτίριο των λιμενικών αποθηκών απεικονίστηκε σε πίνακα του Γιάννη Τσαρούχη.

 

 

Χρηματιστήριο ή Ρολόι, 1869-73 μ.Χ.

Το Ρολοί του Πειραιά. Πηγή: Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο (ΕΛΙΑ)

Το κτίριο του Χρηματιστηρίου, γνωστό και ως το «Ρολόι» του Πειραιά, ανεγέρθηκε στο διάστημα 1869-73 στο λιμάνι και απέναντι από την εκκλησία της Αγίας Τριάδας για να στεγαστεί το πρώτο χρηματιστήριο εμπορευμάτων της χώρας. Υπήρξε το σύμβολο του Πειραιά. Η αρχιτεκτονική μελέτη του έγινε από τον μηχανικό της πόλης Γεράσιμο Μεταξά. Στο ισόγειο υπήρχε μία μεγάλη αίθουσα, όπου γίνονταν οι συναλλαγές και κλείνονταν οι συμφωνίες. Στον πρώτο όροφο ήταν τα γραφεία. Στον πύργο του κτηρίου, ο τότε Δήμαρχος Πειραιά, Δημήτρης Μουτζόπουλος, τοποθέτησε το «Ωρολόγιον της Πόλεως». Το πλήθος των εγγράφων που υπάρχουν στους φακέλους του ΑΔΠ του διαστήματος 1868-1905 αποτελούν πηγές σημαντικών πληροφοριών. Το χρηματιστήριο όμως, σύμφωνα με τις μαρτυρίες, λειτούργησε μόλις ένα χρόνο. Φιλοξενούσε για πολλά χρόνια την Εμπορική Λέσχη της πόλης και στους χώρους του διοργανώνονται χοροί και φιλανθρωπικές εκδηλώσεις. Επίσης, εκεί στεγάζονταν από το 1874 και η βιβλιοθήκη Μαυροκορδάτου. Από το 1880 το ισόγειο λειτουργούσε ως καφενείο, ενώ αργότερα στους ορόφους του εγκαταστάθηκαν οι δημοτικές υπηρεσίες της πόλης. Το κτίριο κατεδαφίστηκε το 1968, με εντολή του τότε Δημάρχου Αριστείδη Σκυλίτση.

 

Δημοτικό Θέατρο, 1884-1895 μ.Χ.

Το Δημοτικό Θέατρο Πειραιά. Πηγή: ΕΛΙΑ: http://62.103.29.196:8080/eliasim/rec.aspx?id=504715

Η κατασκευή του Δημοτικού Θεάτρου ξεκίνησε στην πλατεία Κοραή το 1884 και ολοκληρώθηκε το 1895 µε αρκετές διακοπές (για οικονοµικούς λόγους) πάνω σε σχέδια του Ιωάννη Λαζαρίμου, αρχιτέκτονα στον οποίο αποδίδονται σημαντικά έργα στον Πειραιά. Η διαµόρφωση των όψεων του αποτελεί συγκερασµό γαλλικών και γερµανικών στοιχείων του Κλασικισµού. Πρόκειται για έναν απόλυτα συµµετρικό προς τους κύριους άξονές του όγκο, µε ποικίλη ανάπτυξη κατά το ύψος, εξαιτίας της σηµαντικής κλίσης του εδάφους. Στην πρόσοψη δεσπόζει το επιβλητικό ναόσχημο πρόπυλο, με τις αράβδωτες κορινθιακές κολόνες, και την αετωματική επίστεψη, παραπέμποντας σε ευρωπαϊκά πρότυπα. Κορινθιακές είναι και οι ψευδοπαραστάδες που παρατάσσονται ρυθµικά σε όλο το εξωτερικό περίβληµα του κτιρίου. Στα ισόγεια τµήµατα κυριαρχούν η λαξευτή λιθοδοµή και τα αναγεννησιακά τοξωτά ανοίγµατα. Η µορφολογική ανάδειξη όλων των όψεων διέπεται από έντονο κατακορυφισµό.

Η πλατεία του θεάτρου μορφώνεται ως πεταλόσχηµο auditorium και στεγάζεται µε διακοσµηµένη καµπυλωτή ψευδοροφή. Περιβάλλεται από περιµετρικό εξωτερικό διάδροµο, ενώ από τον υπόστυλο κεντρικό προθάλαµο ξεκινούν οι δύο µνηµειακές σκάλες προς τον όροφο, και το φουαγιέ, που πλαισιώνει την κυρίως αίθουσα µε πλευρικά ορθογώνια δωµάτια. Η σκηνή φτάνει µέχρι και την υπερύψωση του δώµατος. Το θέατρο έχει τρεις σειρές εξωστών µε θεωρεία και ένα υπερώο.

Μεγάλο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι λύσεις που δόθηκαν από τον αρχιτέκτονα, σε θεµελιώδη τελικά προβλήµατα του θεάτρου: στη διάταξη και τον εξοπλισµό της σκηνής, την ασφαλή και γρήγορη εκκένωσή του, τον σωστό εξαερισµό και τη θέρµανση, καθώς και την πυρασφάλεια. Για τον φωτισµό του, χρησιµοποιήθηκε αρχικά φωταέριο, λόγω του υψηλού κόστους του ηλεκτρικού ρεύµατος. Στο κτίριο στεγάζονται κατά διαστήµατα και λειτουργίες διαφορετικές από τη θεατρική. Το 1894, τα δωµάτια της νότιας πλευράς µισθώνονται στην Εµπορική Λέσχη της πόλης. Μεταγενέστερα, παραχωρείται προσωρινά ένα τµήµα στην Ένωση Ελληνίδων, για την πρώτη εγκατάσταση της Επαγγελµατικής Σχολής Γυναικών. Μετά το 1913, ορισµένες αίθουσες παραχωρούνται στο Εργατικό Κέντρο, ενώ το 1924, το φουαγιέ µετασκευάζεται για τις ανάγκες του νεοσύστατου τότε Πρακτικού Λυκείου.

 

Οικία Π . Πατσιάδου, 1894-1895 μ.Χ.

Οικία Π . Πατσιάδου. Πηγή: Σ.Κ. Σκοπελίτης, “Νεοκλασικά της Αθήνας και του Πειραιά”, Αθήνα, εκδ. Αίολος 2021, σελ. 155

Η κατά το ήμισυ σωζόμενη οικία του αλευροβιομήχανου Παναγιώτη Πατσιάδη, η οικία Πατσιάδου, είναι το μοναδικό εναπομείναν δείγμα της αρχιτεκτονικής του Ερνέστου Τσίλλερ στην περιοχή της πλατείας Αλεξάνδρας, εκεί όπου παλαιότερα υφίστατο η φημισμένη «Συνοικία των Επαύλεων» ή «Συνοικία Τσίλλερ». Επρόκειτο για δύο οικίες η κατασκευή των οποίων φέρεται να ολοκληρώθηκε κατά την περίοδο 1894-1895. Η πρώτη από τις δύο κατεδαφίστηκε περί τα μέσα της δεκαετίας του ‘70, και στη θέση της ανεγέρθη πολυώροφη πολυκατοικία ενώ η δεύτερη, ένα εντυπωσιακό γωνιακό κτήριο, εντάσσεται οργανικά στο καμπύλο μέτωπο του δρόμου. Συγκροτείται από δύο ορθογώνιες πτέρυγες, απόλυτα συμμετρικές ως προς τον κυλινδρικό όγκο του κλιμακοστασίου, που στεγάζεται με χαρακτηριστική κωνική στέγη. Το ισόγειο με τα τοξωτά ανοίγματα, που επαναλαμβάνονται και στον όροφο, προοριζόταν για εμπορική εκμετάλλευση, ενώ ο όροφος για κατοικία. Στον κυκλικό τομέα, που συναρθρώνει τα δύο τμήματα, ήταν τοποθετημένοι οι χώροι υποδοχής, στην ανατολική πτέρυγα τα δωμάτια και οι χώροι υγιεινής, ενώ στη νότια η τραπεζαρία και τα υπόλοιπα βοηθητικά. Σήμερα το σωζόμενο κτίριο παραμένει κλειστό.

 

Αρχές 20ου αιώνα
Μέγαρο Στρίγκου, 1917 μ.Χ.

Το μέγαρο Στρίγκου σε πίνακα του Τσαρούχη. Πηγή: Η Νεοελληνική τέχνη μέσα από τα ημερολόγια της ΑΓΕΤ Ηρακλής, κατάλογος έκθεσης στο Μουσείο Μπενάκη με τίτλο “‘Ελληνες ζωγράφοι στα ημερολόγια της ΑΓΕΤ ΗΡΑΚΛΗΣ 1956-2009”, 26/10-4/12/2011

Το νεοκλασικό ιστορικό Μέγαρο Στρίγκου στον Πειραιά είναι το νέο δεύτερο κτίριο του Ιδρύματος «Αικατερίνη Λασκαρίδη», στη συμβολή των οδών Β. Μεραρχίας και Ακτής Μουτσοπούλου. Πρόκειται για ένα κτίριο υψηλής αρχιτεκτονικής αισθητικής, το οποίο περιήλθε στην κυριότητα της οικογένειας Στρίγκου το 1917. Η σημασία του κτιρίου αποδεικνύεται από τις πολλές ιστορικές και λογοτεχνικές αναφορές σε αυτό, ενώ ο μεγάλος καλλιτέχνης Γιάννης Τσαρούχης το έχει ζωγραφίσει στα «Νεοκλασικά του Πειραιά» στον πίνακα με τίτλο “Οικία Στρίγκου στον Πειραιά” (1964). Η οικία Στρίγκου έχει ένα μεγαλόπρεπο πρόπυλο εισόδου, εκτεταμένους χώρους υποδοχής στο ισόγειο και δωμάτια στον όροφο. Φέρει σημαντικές μεταγενέστερες προσθήκες, όπως τα βοηθητικά, την πολυγωνική προεξοχή στη βορειοδυτική πλευρά και τη νοτιοανατολική πτέρυγα. Η πολυτελής και επιμελημένη διακόσμηση του εσωτερικού χώρου και η διαμόρφωση του μεγάλου ακαλύπτου σε κήπο αποτελούν τα επιπλέον χαρακτηριστικά γνωρίσματα της, κοινά με αυτά που συναντάμε στα αστικά μέγαρα της εποχής.

 

Μέγαρο Βάττη, 1925 μ.Χ.

Διεθνές Ξενοδοχείο “Μέγαρο Βάτη”. Πηγή: Πειραιάς Ιστορία και Πολιτισμός, συλλογικός τόμος, Δήμος Πειραιά, 2001, σελ. 272

Επί της Ακτής Μιαούλη στη συμβολή με την οδό Μπουμπουλίνας, βρίσκεται το γνωστό για τους Πειραιώτες “Μέγαρο Βάττη” (ή Βάτη) ή και “Μέγαρο Κολοκοτρώνη”. Αρχιτέκτονάς του κτιρίου ήταν ο Αλέξανδρος Νικολούδης (1874-1944), ο οποίος υπήρξε στενός συνεργάτης του Ελευθέριου Βενιζέλου και στήριξε το κυβερνητικό όραμα για εκσυγχρονισμό. Το έργο του Νικολούδη περιελάμβανε μεγάλο αριθμό εμπορικών καταστημάτων και υπηρεσιών, συμβάλλοντας στον αστικό εκσυγχρονισμό της Αθήνας και χαρακτηρίζονταν από σαφείς Ευρωπαϊκές επιρροές -τα πιο γνωστά έργα του εμφανίζουν μορφολογικά στοιχεία Εκλεκτικιστικής αντίληψης. Το Μέγαρο Βάττη κατασκευάστηκε από την αρχή προορισμένο για δύο χρήσεις: το ένα μέρος για την εγκατάσταση εμπορικών επιχειρήσεων και το άλλο για να λειτουργήσει ως το ξενοδοχείο Πολυτελείας “Διεθνές”. Ακριβώς με την λήξη του εμφυλίου πολέμου, στο κτίριο εγκαταστάθηκε η Υπηρεσία Ανέλκυσης Ναυαγίων, ενώ κατά τις δεκαετίες του ’50 και ’60 εκεί υπήρχαν τα γραφεία της εταιρείας Ποταμιάνου (Ηπειρωτική Ατμοπλοΐα) και η Ναυτιλιακή εταιρεία Χανδρή. Tο ακίνητο περιέρχεται το 1970 στην Εθνική Τράπεζα κατόπιν αγοράς και σήμερα στεγάζει υποκατάστημα αυτής.

 

Μέσα 20ου αιώνα έως νεότερη περίοδος
Το λιμάνι 1945-1955 μ.Χ.

Ο Πειραιάς το 1958. Πηγή: https://www.olp.gr/el/o-organismos/photo-gallery

Ο Οργανισμός Λιμένος Πειραιώς μετά τον πόλεμο ανέλαβε την εκκαθάριση του λιμανιού από τα ναυάγια και τα συντρίμμια των ερείπιων. Αρχικά, με τη συνεργασία των Αγγλικών Στρατιωτικών Δυνάμεων κατασκευάστηκαν οι δυο κυματοθραύστες και έγιναν μικροεπισκευές στα κρηπιδώματα. Αργότερα, με χρηματική βοήθεια από το κράτος, ο ΟΛΠ επισκεύασε κρηπιδώματα, κτίρια, δρόμους, σιδηροδρομικές γραμμές και τις εγκαταστάσεις ύδρευσης και φωτισμού. Επίσης, με τη βοήθεια των Εμπορικών και Βιομηχανικών Επιμελητηρίων, Αθήνας και Πειραιά, έγινε η επισκευή και η επέκταση τριών λιμενικών υπόστεγων της Ελεύθερης Ζώνης. Από το κράτος επισκευάστηκαν τα Τελωνειακά κτίρια και ανοικοδομήθηκαν νέες αίθουσες για τους επιβάτες εσωτερικού, ενώ η σπουδαιότερη προσπάθεια για την αποκατάσταση του λιμανιού από τις πολεμικές καταστροφές έγινε από την ΑΜΑG (ΔΟΣ) με χρήματα της αμερικάνικης βοήθειας. Κοντά στα άλλα επισκευάστηκαν και τα βαθιά κρηπιδώματα του λιμανιού, καθώς και οι μόνιμες δεξαμενές. Στο διάστημα αυτό έγινε και σοβαρή ενίσχυση του μηχανικού εξοπλισμού του λιμανιού. Τελειώνοντας η περίοδος αυτή το Πειραϊκό Λιμενικό Συγκρότημα  (ΟΛΠ) ήταν σε θέση πια να προσφέρει στα πλοία  τα εξής: κρηπιδώματα στο κεντρικό λιμάνι και στους όρμους, πλωτά μέσα, δεξαμενές, Πυροσβεστική υπηρεσία και εγκαταστάσεις για υδροδότηση.

 

Το λιμάνι 1955-1970 μ.Χ.

Αεροφωτογραφία του Πειραιά το 1960. Πηγή: https://www.pireaspiraeus.com/piraeusportfromthepast/

Μετά το 1955 έγινε σημαντική προσπάθεια με στόχο την ανάπτυξη και τον εκσυγχρονισμό του λιμανιού. Η ναυτιλιακή κίνηση στα χρόνια αυτά αυξήθηκε, οπότε κρίθηκε αναγκαία η εκπόνηση νέων μελετών και σχεδίων που δεν θα είχαν σαν στόχο μόνο το θαλάσσιο μέτωπο και τα πλοία, αλλά και τους χερσαίους χώρους και το εμπόρευμα. Το παραπάνω έργο ανέλαβε ο πολιτικός μηχανικός Δημοσθένης Πίππας (1906-87), καθηγητής στην έδρα «Λιμενικών Έργων» του ΕΜΠ (1933-71). Έτσι, δnμιoυργήθnκαv οι απαραίτητες επιφάνειες ξηράς και διευρύνθηκαν οι  επιφάνειες ελιγμών στο λιμάνι των Αλών. Αναπτύχθηκαν κρηπιδώματα των τεσσάρων προβλητών Ι, II, III, IV των δυο τριγωνικών προβλητών Β. Κων/νου και Αγ. Νικολάου. Παράλληλα, με την κατασκευή των θαλάσσιων λιμενικών έργων (κρηπιδώματα) άρχισαν να εκτελούνται και πρόσθετα έργα υποδομής  (υπόστεγα, αποθήκες, μηχανικός εξοπλισμός κ.λπ.), με στόχο την καλύτερη εκμετάλλευση του λιμανιού. Μέχρι το τέλος της περιόδου αυτής το λιμάνι διέθετε κρηπιδώματα αναπτύγματος περίπου 18.000 μ. Τότε άρχισε  μια φάση ανάπτυξης και επέκτασης για το λιμάνι.

 

Το λιμάνι 1970 - 1985 μ.Χ.

Το λιμάνι του Πειραιά. Σύγχρονη λήψη. Πηγή: Γεώργιος Ανωμερίτης, ‘Αγιος Νικόλαος Πειραιά, Η εκκλησία της Ναυτιλίας και των ναυτικών, Μίλητος, Αθήνα 2012, φωτογραφία Γιάννης Γιαννέλος

Από το 1970 και μετά το μεγάλο βάρος δόθηκε στις υποδομές του λιμανιού και στην προσαρμογή του στις νέες απαιτήσεις με κατάλληλο τεχνολογικό εξοπλισμό. Επίσης, μεγάλη προσπάθεια γίνεται για την ανάπτυξη και οργάνωση των επιβατικών σταθμών. Επειδή όμως δεν επαρκούσαν τα κρηπιδώματα και οι αποθήκες, η ακόμα και οι σταθμοί εμπορευματοκιβωτίων για να ανταποκριθεί ένα λιμάνι στις σύγχρονες ανάγκες, τα τελευταία χρονιά δόθηκε σχετική προσοχή και στην γενικότερη οργάνωση της λειτουργίας του λιμανιού.